ημιτελώς
επίρρημαΚατά τρόπο ανολοκλήρωτο, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ή να έχει φτάσει στο τέλος του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έργο παραδόθηκε ημιτελώς λόγω αιφνίδιας διακοπής της κρατικής χρηματοδότησης.
- Αντιμετώπισε το ζήτημα ημιτελώς, αφήνοντας πίσω του σοβαρές εκκρεμότητες.
- Το κτίριο παρέμεινε ημιτελώς κατασκευασμένο για περισσότερο από μία δεκαετία.
- Ερεύνησε την υπόθεση ημιτελώς και οδηγήθηκε σε εσφαλμένα συμπεράσματα.