θεσμικά

επίρρημα

1. Με βάση τους καθιερωμένους θεσμούς, σύμφωνα με το ισχύον νομικό, συνταγματικό ή κανονιστικό πλαίσιο.

2. Με την επίσημη ιδιότητα που απορρέει από ένα αξίωμα ή μια οργανωμένη δομή και όχι σε προσωπικό επίπεδο.

Συνώνυμα

επίσημα επισήμως νόμιμα νομίμως συνταγματικά νομότυπα κανονιστικά νομοθετικά τυπικά διαδικαστικά κρατικά διοικητικά οργανωτικά δημόσια συμβατικά

Αντώνυμα

εξωθεσμικά άτυπα ατύπως ανεπίσημα ανεπισήμως παράτυπα παράνομα παρανόμως αυθαίρετα ιδιωτικά προσωπικά υπογείως

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πρωθυπουργός οφείλει να απαντήσει θεσμικά στα ερωτήματα της αντιπολίτευσης.
  • Το ζήτημα πρέπει να επιλυθεί θεσμικά και όχι μέσω παρασκηνιακών διαβουλεύσεων.
  • Αν και διαφωνούσε προσωπικά με την απόφαση, θεσμικά ήταν υποχρεωμένος να την επικυρώσει.
  • Η επιτροπή κινήθηκε απολύτως θεσμικά, τηρώντας κατά γράμμα τον κανονισμό της Βουλής.