κατασταλαγμένος

επίθετο

1. Αυτός που έχει υποστεί καθίζηση, του οποίου τα αιωρούμενα σωματίδια έχουν κάτσει στον πυθμένα (για υγρά).

2. Αυτός που έχει αποκτήσει ψυχική ισορροπία, ωριμότητα, σταθερότητα και σαφήνεια στις απόψεις, στον χαρακτήρα ή στον τρόπο ζωής του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ασυγκρότητος αδιαμόρφωτος ασταθής ρευστός ανώριμος συγχυσμένος μπερδεμένος αβέβαιος ασχημάτιστος τεταραγμένος θολός ανήσυχος

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά από χρόνια αναζητήσεων, είναι πλέον ένας κατασταλαγμένος άνθρωπος με σαφείς προτεραιότητες.
  • Χρειάζεται να περιμένεις λίγο ώστε να είναι καλά κατασταλαγμένο το κρασί πριν το σερβίρεις.
  • Διατύπωσε μια απόλυτα κατασταλαγμένη άποψη, αποτέλεσμα πολύμηνης μελέτης.
  • Προσήλθαν στον διάλογο με κατασταλαγμένες θέσεις και συγκεκριμένες προτάσεις.