κατοικημένος
επίθετο1. Για γεωγραφική έκταση, περιοχή ή τόπο, που διαθέτει μόνιμο πληθυσμό, όπου ζουν και διαμένουν άνθρωποι.
2. Για κτίσμα, οικία ή διαμέρισμα, που έχει ενοίκους και χρησιμοποιείται ενεργά ως κατοικία.
Συνώνυμα
κατοικούμενος οικισμένος εποικισμένος συνοικισμένος πολυάνθρωπος πυκνοκατοικημένος πολυκατοικημένος αραιοκατοικημένος επανδρωμένος εγκατεστημένος κατειλημμένος ζωντανός στεγασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νησί διαθέτει μόνο ένα κατοικημένο χωριό, ενώ το υπόλοιπο παραμένει παρθένο τοπίο.
- Αν και το παλιό αρχοντικό έμοιαζε εγκαταλελειμμένο από μακριά, στην πραγματικότητα ήταν κατοικημένο.
- Οδηγούσαν για ώρες μέσα στη νύχτα χωρίς να συναντήσουν ούτε μία κατοικημένη περιοχή.
- Η αποστολή αναζητά ενδείξεις για το αν ο μακρινός πλανήτης υπήρξε ποτέ κατοικημένος.