κατοχύρωση
ουσιαστικό1. Η νομική ή τυπική εξασφάλιση και προστασία δικαιώματος, τίτλου, ευρεσιτεχνίας ή εμπορικού σήματος.
2. Η εδραίωση, σταθεροποίηση και διαφύλαξη μιας θέσης, κατάκτησης ή υπεροχής.
3. Η επίσημη επιδίκαση ή επικύρωση αποτελέσματος διαγωνισμού σε ανάδοχο.
Συνώνυμα
διασφάλιση εξασφάλιση κατακύρωση εδραίωση παγίωση επικύρωση περιφρούρηση θωράκιση εγγύηση σταθεροποίηση ασφάλιση προστασία οχύρωση περιχαράκωση νομιμοποίηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων είναι απαραίτητη πριν από την κυκλοφορία του λογισμικού.
- Με τη νίκη αυτή επιτεύχθηκε η οριστική κατοχύρωση της ομάδας στην πρώτη θέση του πρωταθλήματος.
- Οι εργαζόμενοι έδωσαν μακροχρόνιους αγώνες για την κατοχύρωση των βασικών εργασιακών τους δικαιωμάτων.
- Αναμένεται η επίσημη κατοχύρωση του δημόσιου διαγωνισμού στον επικρατέστερο πλειοδότη.