κατωτερότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα ή κατάσταση αυτού που υστερεί ποιοτικά, λειτουργικά ή αξιολογικά σε σχέση με κάτι άλλο.

2. Η χαμηλότερη θέση σε μια ιεραρχική, κοινωνική ή επαγγελματική κλίμακα.

Συνώνυμα

μειονεξία υστέρηση ανεπάρκεια μηδαμινότητα ευτέλεια αναξιότητα ασημαντότητα πενιχρότητα ελαττωματικότητα ταπεινότητα μικρότητα ποταπότητα φτήνια

Αντώνυμα

ανωτερότητα υπεροχή τελειότητα αρτιότητα εξοχότητα πρωτοκαθεδρία υπεροχότητα πλεονέκτημα κυριαρχία υπεροπλία

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθε από μικρός τον εμπόδιζε να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση.
  • Η προφανής ποιοτική κατωτερότητα των υλικών προκάλεσε σοβαρές ζημιές στην κατασκευή.
  • Παρά την αριθμητική τους κατωτερότητα, οι στρατιώτες κατάφεραν να κρατήσουν τη γραμμή άμυνας.
  • Αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την ιδέα της κοινωνικής κατωτερότητας και αγωνίστηκε για την ισότητα.