κλειστόμυαλος

επίθετο

Αυτός που χαρακτηρίζεται από πνευματική στενότητα, προκαταλήψεις και άρνηση ή αδυναμία να κατανοήσει και να αποδεχτεί νέες ιδέες, διαφορετικές απόψεις ή αλλαγές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι τόσο κλειστόμυαλος που αρνείται να ακούσει ακόμα και τα πιο λογικά επιχειρήματα.
  • Η τοπική κοινωνία της εποχής ήταν ιδιαίτερα κλειστόμυαλη απέναντι σε οποιαδήποτε αλλαγή.
  • Μην γίνεσαι κλειστόμυαλη, προσπάθησε να δεις τα πράγματα και από μια άλλη οπτική γωνία.
  • Οι κλειστόμυαλοι άνθρωποι δυσκολεύονται συνήθως να προσαρμοστούν σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον.