κυρίως
επίρρημα1. Δηλώνει ότι κάτι αποτελεί το κυριότερο ή βασικό μέρος ή λόγο σε σχέση με άλλα.
2. Χρησιμοποιείται για να επισημάνει την προτεραιότητα ή την υπεροχή ενός χαρακτηριστικού ή παράγοντα μέσα σε μια ομάδα στοιχείων.
Συνώνυμα
πρωτίστως προπάντων πρώτιστα κατεξοχήν ιδίως βασικά ουσιαστικά κυριότερα περισσότερο πρωταρχικά ειδικά ιδιαίτερα ιδιαιτέρως συνήθως κεντρικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εστιάζει κυρίως στην έρευνα και την ανάπτυξη.
- Τα προϊόντα μας απευθύνονται κυρίως σε νέους επαγγελματίες.
- Το πρόβλημα παρουσιάστηκε κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας.
- Η διατροφή του είναι κυρίως φυτικής προέλευσης.
- Διαβάζει κυρίως λογοτεχνία, αλλά και επιστημονικά άρθρα.
- Η πόλη είναι γνωστή κυρίως για τα μνημεία της.