λίγα
επίθετο1. Μικρός αριθμός προσώπων, πραγμάτων ή στοιχείων· ανεπαρκής ή περιορισμένη ποσότητα.
2. Σύντομα, λιτά ή επιγραμματικά, ιδίως όταν πρόκειται για λόγια ή κείμενο.
3. Ευτελή, μηδαμινά ή μικρής αξίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είπε λίγα λόγια αλλά γεμάτα ουσία και νόημα.
- Μας έχουν απομείνει λίγα χρήματα μέχρι να πληρωθούμε στο τέλος του μήνα.
- Μόνο λίγα άτομα κατάφεραν να παραβρεθούν στην εκδήλωση λόγω της κακοκαιρίας.
- Χρειάζονται μόνο λίγα λεπτά για να ολοκληρωθεί η εγκατάσταση της εφαρμογής.