πλούσια
επίρρημα1. Σε μεγάλη ποσότητα, βαθμό ή έκταση, με αφθονία.
2. Με πολυτέλεια, οικονομική άνεση και μεγαλοπρέπεια.
3. Με γενναιοδωρία, απλόχερα.
Συνώνυμα
άφθονα πλουσιοπάροχα δαψιλώς υπεράφθονα πολυτελώς απλόχερα αδρά παχυλά αρχοντικά βασιλικά ηγεμονικά χλιδάτα γενναιόδωρα πληθωρικά περίσσια χορταστικά υπέρμετρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά την επιτυχία της επιχείρησής του, έζησε πλούσια και ξέγνοιαστα μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
- Το γιορτινό τραπέζι ήταν πλούσια στρωμένο με κάθε λογής εκλεκτά εδέσματα.
- Ο επιστήμονας ανταμείφθηκε πλούσια για την πολυετή προσφορά του στην έρευνα.
- Η φύση την είχε προικίσει πλούσια τόσο με εξωτερική ομορφιά όσο και με οξύ πνεύμα.