μεταβάλλω
ρήμα1. Κάνω κάτι διαφορετικό ως προς τη μορφή, τη σύσταση, την κατάσταση ή τις ιδιότητές του.
2. Αλλάζω γνώμη, στάση, σχέδιο ή απόφαση.
Συνώνυμα
αλλάζω τροποποιώ μετατρέπω μετασχηματίζω διαφοροποιώ μεταμορφώνω παραλλάσσω αλλοιώνω μεταλλάσσω αναθεωρώ αναδιαμορφώνω μετουσιώνω μεταπλάθω διορθώνω προσαρμόζω διασκευάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι τεχνολογικές εξελίξεις μεταβάλλουν ραγδαία τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε.
- Παρά τις έντονες πιέσεις, αρνήθηκε πεισματικά να μεταβάλει την αρχική του απόφαση.
- Η ξαφνική οικονομική κρίση μετέβαλε πλήρως τις ισορροπίες στην αγορά εργασίας.
- Ο καιρός μεταβλήθηκε απότομα και μια δυνατή καταιγίδα ξέσπασε μέσα σε λίγα λεπτά.