αναδιαμορφώνω
ρήμα1. Δίνω νέα μορφή, διάταξη ή δομή σε κάτι (χώρο, αντικείμενο, σχέδιο).
2. Μεταβάλλω ουσιαστικά το περιεχόμενο, τον προσανατολισμό ή τη λειτουργία μιας κατάστασης, ιδέας ή συστήματος.
Συνώνυμα
αναμορφώνω αναδομώ αναπλάθω ανασχεδιάζω μετασχηματίζω αναδιοργανώνω μεταρρυθμίζω μεταπλάθω μεταμορφώνω ανασυντάσσω μεταβάλλω τροποποιώ αλλάζω μετασκευάζω διασκευάζω ανακαινίζω αναθεωρώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κυβέρνηση σχεδιάζει να αναδιαμορφώσει το φορολογικό σύστημα εντός του έτους.
- Προσέλαβαν έναν αρχιτέκτονα για να αναδιαμορφώσει τον εσωτερικό χώρο του γραφείου.
- Οι νέες τεχνολογίες αναδιαμορφώνουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε.
- Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, η εταιρεία αναδιαμόρφωσε πλήρως την επιχειρηματική της στρατηγική.