μετασχηματίζομαι

ρήμα

1. Αλλάζω μορφή, εξωτερικό σχήμα ή διάταξη, παίρνοντας διαφορετική όψη ή υπόσταση.

2. Υφίσταμαι βαθιά δομική, λειτουργική ή ποιοτική αλλαγή (σε κοινωνικό, πνευματικό ή τεχνολογικό πλαίσιο).

Συνώνυμα

μεταμορφώνομαι μετατρέπομαι μεταβάλλομαι μεταλλάσσομαι μεταπλάθομαι μετουσιώνομαι αναδιαμορφώνομαι αναδομούμαι τροποποιούμαι αλλάζω εξελίσσομαι διαφοροποιούμαι αναμορφώνομαι διαπλάθομαι μετασκευάζομαι γίνομαι

Αντώνυμα

παραμένω διατηρούμαι παγιώνομαι σταθεροποιούμαι συντηρούμαι μένω απολιθώνομαι βαλτώνω λιμνάζω αδρανώ

Παραδείγματα χρήσης

  • Με την έλευση της ψηφιακής εποχής, η αγορά εργασίας μετασχηματίζεται με ραγδαίους ρυθμούς.
  • Το παλιό εργοστάσιο μετασχηματίστηκε σε έναν σύγχρονο πολυχώρο πολιτισμού και εκδηλώσεων.
  • Στον πυρήνα του αντιδραστήρα, η θερμική ενέργεια μετασχηματίζεται τελικά σε ηλεκτρική.
  • Μέσα από τη βαθιά προσωπική αναζήτηση, ο τρόπος σκέψης του μετασχηματίστηκε ριζικά.