μπελαλίδικος
επίθετο1. Αυτός που απαιτεί ιδιαίτερο κόπο, λεπτότητα, υπομονή ή προσοχή και προκαλεί ταλαιπωρία, δυσκολίες ή εκνευρισμό (για εργασία, διαδικασία κ.λπ.).
Συνώνυμα
ζόρικος μπελαλής επίπονος κοπιαστικός κουραστικός δύσκολος δυσχερής περίπλοκος ακανθώδης βασανιστικός απαιτητικός προβληματικός δύστροπος στριφνός στριμμένος ενοχλητικός επίμοχθος χρονοβόρος πολυσύνθετος ταραχοποιός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επισκευή του παλιού μηχανικού ρολογιού αποδείχτηκε ιδιαίτερα μπελαλίδικη δουλειά.
- Μην αναλάβεις αυτό το έργο, είναι εξαιρετικά μπελαλίδικο και δεν πληρώνει καλά.
- Είναι πολύ μπελαλίδικος άνθρωπος και κανείς στην εταιρεία δεν θέλει να συνεργάζεται μαζί του.
- Το καθάρισμα των μικρών ψαριών είναι από τις πιο μπελαλίδικες διαδικασίες στο μαγείρεμα.