μπελαλίδικος

επίθετο

1. Αυτός που απαιτεί ιδιαίτερο κόπο, λεπτότητα, υπομονή ή προσοχή και προκαλεί ταλαιπωρία, δυσκολίες ή εκνευρισμό (για εργασία, διαδικασία κ.λπ.).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επισκευή του παλιού μηχανικού ρολογιού αποδείχτηκε ιδιαίτερα μπελαλίδικη δουλειά.
  • Μην αναλάβεις αυτό το έργο, είναι εξαιρετικά μπελαλίδικο και δεν πληρώνει καλά.
  • Είναι πολύ μπελαλίδικος άνθρωπος και κανείς στην εταιρεία δεν θέλει να συνεργάζεται μαζί του.
  • Το καθάρισμα των μικρών ψαριών είναι από τις πιο μπελαλίδικες διαδικασίες στο μαγείρεμα.