ολικώς
επίρρημα1. Κατά τρόπο που αφορά το σύνολο, χωρίς καμία εξαίρεση ή έλλειψη.
2. Σε απόλυτο βαθμό, ολοκληρωτικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτίριο καταστράφηκε ολικώς από την πρόσφατη πυρκαγιά.
- Μετά το τροχαίο ατύχημα, το όχημα κρίθηκε ολικώς κατεστραμμένο από τον πραγματογνώμονα.
- Απαγορεύεται ολικώς η κατανάλωση αλκοόλ κατά τις ώρες υπηρεσίας.
- Η πρόταση της αντιπολίτευσης απορρίφθηκε ολικώς από τα μέλη της επιτροπής.