ομιλητής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που εκφέρει προφορικό λόγο, που απευθύνεται σε κάποιον ή σε ακροατήριο.

2. Πρόσωπο που παρουσιάζει εισήγηση ή εκφωνεί λόγο σε συνέδριο, δημόσια εκδήλωση ή διάλεξη.

3. Φυσικός χρήστης μιας συγκεκριμένης γλώσσας.

Συνώνυμα

ρήτορας ρήτωρ αγορητής εισηγητής αγορευτής δημηγόρος συνομιλητής συνδιαλεγόμενος συζητητής πανελίστας εκφωνητής παρουσιαστής κήρυκας λέκτορας

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κεντρικός ομιλητής του συνεδρίου ανέλυσε τις προοπτικές της τεχνητής νοημοσύνης.
  • Κάθε ομιλητής είχε στη διάθεσή του δέκα λεπτά για να εκθέσει τις απόψεις του.
  • Ως φυσικός ομιλητής της ελληνικής, αντιλαμβάνεται αμέσως τις λεπτές σημασιολογικές διαφορές.
  • Στο τέλος της εκδήλωσης, οι ομιλητές απάντησαν σε πλήθος ερωτήσεων από το κοινό.