ορμητικά
επίρρημα1. Με μεγάλη δύναμη, ταχύτητα και ακατάσχετη φόρα, ιδίως για κινούμενα φυσικά στοιχεία ή μάζες.
2. Με ασυγκράτητο πάθος, ένταση ή παρορμητικότητα, χωρίς αυτοσυγκράτηση ή δισταγμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα νερά του ποταμού φούσκωσαν και κυλούσαν ορμητικά προς την κοιλάδα.
- Ο άνεμος χτύπησε ορμητικά τα παράθυρα κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
- Εισέβαλε ορμητικά στην αίθουσα απαιτώντας άμεσες εξηγήσεις.
- Οι διαδηλωτές προχώρησαν ορμητικά σπάζοντας τον αστυνομικό κλοιό.