πάγιος
επίθετο1. Που παραμένει σταθερός, αμετάβλητος και διαρκής, που δεν υπόκειται σε τροποποιήσεις ή διακυμάνσεις.
2. Που έχει καθιερωθεί και ισχύει σταθερά ως κανόνας, τακτική ή συνήθεια.
Συνώνυμα
σταθερός αμετάβλητος μόνιμος παγιωμένος καθιερωμένος εδραιωμένος αναλλοίωτος ασάλευτος ακλόνητος διαρκής στερεός απαράλλακτος τακτικός συμπαγής αδιάπτωτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βελτίωση των συνθηκών εργασίας αποτελεί πάγιο αίτημα όλων των συνδικάτων.
- Στον λογαριασμό του τηλεφώνου υπάρχει ένα πάγιο ποσό που καταβάλλεται ανεξάρτητα από την κατανάλωση.
- Η διοίκηση ακολουθεί μια πάγια τακτική μηδενικής ανοχής σε φαινόμενα διαφθοράς.
- Η εταιρεία προχώρησε σε νέες επενδύσεις για την ανανέωση των παγίων περιουσιακών της στοιχείων.