παλληκαριά
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα του γενναίου και άφοβου ανθρώπου· ανδρεία, θάρρος, τόλμη.
2. Πράξη γενναιότητας ή ηρωισμού· κατόρθωμα.
3. (συχνά ειρωνικά) Επίδειξη θάρρους, ψευτολεβεντιά ή απερίσκεπτη πρόκληση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζεται μεγάλη παλληκαριά για να ορθώσεις το ανάστημά σου απέναντι στην αδικία.
- Όλοι στο τάγμα μιλούσαν για την παλληκαριά που επέδειξε κατά τη διάρκεια της μάχης.
- Δεν είναι παλληκαριά να τα βάζεις με κάποιον που είναι πολύ πιο αδύναμος από εσένα.
- Έσωσε το παιδί από τα ορμητικά νερά με αξιοθαύμαστη παλληκαριά.