παπαριά
ουσιαστικό1. Λέξη της καθομιλουμένης, χυδαία και προσβλητική, που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάτι ως ασήμαντο, ψευδές ή ανοησία.
2. Αργκό για το αρσενικό γεννητικό όργανο, σε χυδαία χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην λες παπαριά, πες την αλήθεια.
- Αυτή η υπόθεση είναι καθαρή παπαριά, δεν αξίζει να ασχοληθούμε.
- Έκανα μια τεράστια παπαριά και ξέχασα το ραντεβού.
- Τι παπαριά είναι αυτή που διάβασα στο ίντερνετ;
- Δεν θέλω πια τέτοιου είδους παπαριά στη ζωή μου.