παπαρολογία
ουσιαστικό1. Ανούσια, παραπλανητική ή επιτηδευμένη φλυαρία, λόγια χωρίς περιεχόμενο, σοβαρότητα ή πρακτική αξία.
2. Κουραστική ανάπτυξη θεωριών ή απόψεων που στερούνται βάσης και ουσίας.
Συνώνυμα
μπουρδολογία μαλακιολογία αερολογία ανοησιολογία κενολογία παπαριά μπούρδα αρλούμπα φαμφαρολογία αμπελοφιλοσοφία φλυαρία ασυναρτησία ανοησία σαχλαμάρα μπαρούφα πολυλογία κενοφωνία λήρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άσε την παπαρολογία και πες μας επιτέλους τι πραγματικά συνέβη.
- Ο υποψήφιος αναλώθηκε σε μια ατελείωτη παπαρολογία χωρίς να προτείνει καμία συγκεκριμένη λύση.
- Κουράστηκα να ακούω τις παπαρολογίες του καθενός στα τηλεοπτικά πάνελ.
- Αντί να δουλεύουν, κάθονται όλη μέρα στο γραφείο και επιδίδονται σε ασύστολη παπαρολογία.