παράταση
ουσιαστικό1. Χρονική επιμήκυνση της διάρκειας μιας προθεσμίας, σύμβασης, κατάστασης ή ενέργειας πέρα από το προκαθορισμένο όριο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υπουργείο ανακοίνωσε παράταση στην προθεσμία υποβολής των φορολογικών δηλώσεων.
- Ο ποδοσφαιρικός αγώνας έληξε ισόπαλος και οι δύο ομάδες οδηγήθηκαν στην παράταση.
- Ζήτησε παράταση από τον καθηγητή του για να παραδώσει τη διπλωματική εργασία.
- Έπειτα από διαδοχικές παρατάσεις, η κατασκευή του έργου ολοκληρώθηκε τελικά.