παραχωρητής
ουσιαστικό1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο (συχνά το δημόσιο) που παραχωρεί σε άλλον ένα δικαίωμα, εκμετάλλευση έργου, χρήση περιουσιακού στοιχείου ή προνόμιο βάσει σύμβασης.
2. Πρόσωπο που έχει την τάση να υποχωρεί ή να κάνει συμβιβασμούς σε διεκδικήσεις άλλων.
Συνώνυμα
εκχωρητής παραχωρών μεταβιβάζων δότης δωρητής εκμισθωτής χορηγός διαθέτης υποχωρητικός ενδοτικός συμβιβαστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ελληνικό δημόσιο ενήργησε ως παραχωρητής στη σύμβαση για την κατασκευή και λειτουργία του νέου αυτοκινητοδρόμου.
- Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, ο παραχωρητής διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου των εγκαταστάσεων.
- Ο παραχωρητής της έκτασης απαίτησε να τηρηθούν αυστηρά τα περιβαλλοντικά πρότυπα από την ανάδοχο εταιρεία.
- Στις διαπραγματεύσεις αποδείχθηκε υπερβολικός παραχωρητής, αποδεχόμενος σχεδόν όλα τα αιτήματα της αντίπαλης πλευράς.