παρορμητισμός

ουσιαστικό

1. Τάση ή ιδιότητα του ατόμου να ενεργεί υπό την επήρεια στιγμιαίας ψυχικής ώθησης, χωρίς λογική επεξεργασία, προνοητικότητα ή έλεγχο των συνεπειών.

Συνώνυμα

παρορμητικότητα απερισκεψία αστοχασιά προπέτεια αυθορμητισμός απρονοησία ορμητικότητα επιπολαιότητα ασυλλογισιά αλογιστία αυθορμησία σπασμωδικότητα ακρισία ελαφρότητα βιασύνη αψάδα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παρορμητισμός του στις επαγγελματικές επενδύσεις είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές οικονομικές απώλειες.
  • Σε κρίσιμες διαπραγματεύσεις, οφείλει κανείς να τιθασεύει τον παρορμητισμό του και να σκέφτεται στρατηγικά.
  • Η εφηβεία συνοδεύεται συχνά από έντονο παρορμητισμό και τάση για ανάληψη ρίσκου.
  • Ο θεραπευτής πρότεινε τεχνικές χαλάρωσης για τον περιορισμό του χρόνιου παρορμητισμού της.