πεθαμένος

επίθετο

1. Αυτός που δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, που έχει αποβιώσει.

2. (Ως ουσιαστικό) Ο νεκρός.

3. (Μεταφορικά) Εξαιρετικά καταπονημένος ή εξαντλημένος από σωματική ή πνευματική κόπωση.

Συνώνυμα

νεκρός αποθανών εκλιπών αποβιώσας συγχωρεμένος μακαρίτης τεθνεώς ψόφιος άψυχος άπνους ξεψυχισμένος σκοτωμένος εξαντλημένος κατάκοπος αφανισμένος σβησμένος τελειωμένος ανενεργός μαραμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Βρήκαν το μικρό πουλί πεθαμένο στην άκρη του κήπου.
  • Μετά από δώδεκα ώρες συνεχούς δουλειάς γύρισε σπίτι κυριολεκτικά πεθαμένος.
  • Τον χειμώνα το παραθαλάσσιο θέρετρο είναι εντελώς πεθαμένο, δεν κυκλοφορεί ψυχή.
  • Συγκεντρώθηκαν όλοι στο κοιμητήριο για να τιμήσουν τη μνήμη των πεθαμένων.