πειράζομαι

ρήμα

1. Νιώθω προσβολή, δυσαρέσκεια ή ενόχληση από λόγια ή πράξεις άλλων, συνήθως από αστεία ή κριτική.

2. Γίνομαι αντικείμενο πειραγμάτων ή ενοχλήσεων.

3. (αλληλοπαθητικό) Ανταλλάσσω πειράγματα ή αστεϊσμούς με κάποιον.

Συνώνυμα

θίγομαι προσβάλλομαι παρεξηγούμαι ενοχλούμαι δυσαρεστούμαι στενοχωριέμαι πικραίνομαι χαλιέμαι στραβώνω πικαρίζομαι κοροϊδεύομαι αστειεύομαι θυμώνω φορτώνω βλάπτομαι ερεθίζομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μην πειράζεσαι με το παραμικρό, ένα απλό αστείο ήταν.
  • Ο Νίκος πειράχτηκε έντονα από τα σχόλια των συναδέλφων του και προτίμησε να μην απαντήσει.
  • Με την παρέα μου καθόμαστε με τις ώρες και πειραζόμαστε χωρίς ποτέ να παρεξηγηθεί κανείς.
  • Απέφυγε τα βαριά φαγητά γιατί πειράζεται εύκολα το στομάχι σου.