θίγομαι

ρήμα

1. Νιώθω προσβολή, δυσαρέσκεια ή πικρία για λόγο ή πράξη που θεωρώ υποτιμητική απέναντί μου.

2. Υφίσταμαι ζημιά, βλάβη ή περιορισμό σε δικαιώματα, συμφέροντα ή στο κύρος μου.

Συνώνυμα

προσβάλλομαι πειράζομαι βλάπτομαι πλήττομαι ζημιώνομαι ενοχλούμαι κακοκαρδίζομαι πικραίνομαι αδικούμαι χαλιέμαι μειώνομαι αγγίζομαι χανούμαι τσαντίζομαι στραβώνω αναφέρομαι εξετάζομαι

Αντώνυμα

κολακεύομαι ωφελούμαι ευνοούμαι επωφελούμαι ικανοποιούμαι ευχαριστιέμαι χαίρομαι αποσιωπώμαι αγνοούμαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν είχα πρόθεση να σε προσβάλω, μην θίγεσαι τόσο εύκολα.
  • Από τα νέα φορολογικά μέτρα θίγονται κυρίως οι ελεύθεροι επαγγελματίες.
  • Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου θίγεται το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής.
  • Το κύρος του καθηγητή θίχτηκε ανεπανόρθωτα μετά το σκάνδαλο.