πλαστότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα ή η κατάσταση αυτού που είναι κίβδηλος, παραποιημένος ή απομιμητικός, που δεν είναι γνήσιος (ιδίως για έγγραφα, έργα τέχνης ή νομίσματα).

Συνώνυμα

κιβδηλεία ψευδότητα ψευτιά νοθεία παραποίηση προσποιητότητα τεχνητότητα προσποίηση επιτήδευση ανειλικρίνεια υποκρισία απομίμηση μαϊμουδιά απάτη θεατρινισμός διπροσωπία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γραφολόγος αποφάνθηκε χωρίς αμφιβολία για την πλαστότητα της υπογραφής στη διαθήκη.
  • Η πλαστότητα των συναισθημάτων του γινόταν αντιληπτή από το παγωμένο χαμόγελό του.
  • Το δικαστήριο εξέτασε τα στοιχεία που αποδείκνυαν την πλαστότητα των εγγράφων.
  • Στο μυθιστόρημα στηλιτεύεται η κοινωνική πλαστότητα και οι επιτηδευμένες σχέσεις της αστικής τάξης.