προαπαιτούμενο

ουσιαστικό

Όρος, αναγκαία συνθήκη ή προσόν που επιβάλλεται να πληρούται εκ των προτέρων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίτευξη, συμμετοχή ή εξέλιξη μιας διαδικασίας ή δραστηριότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

επακόλουθο συνέπεια αποτέλεσμα παρεπόμενο απόρροια συνακόλουθο προαιρετικό κατάληξη επιστέγασμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η άριστη γνώση ξένων γλωσσών αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο για την πρόσληψη στον οργανισμό.
  • Το συγκεκριμένο σεμινάριο είναι προαπαιτούμενο για να παρακολουθήσει κανείς τον κύκλο εξειδίκευσης.
  • Η ειλικρίνεια και η διαφάνεια θεωρούνται θεμελιώδη προαπαιτούμενα για μια υγιή συνεργασία.
  • Πριν υποβάλεις τα δικαιολογητικά, έλεγξε προσεκτικά αν καλύπτεις όλα τα τυπικά προαπαιτούμενα της προκήρυξης.