προβεβλημένος

επίθετο

1. Που χαίρει ευρείας δημοσιότητας, αναγνωρισιμότητας ή διαφήμισης· διάσημος, επιφανής.

2. Που είναι τοποθετημένος σε περίοπτη θέση ώστε να γίνεται άμεσα αντιληπτός.

Συνώνυμα

διάσημος επιφανής εξέχων διαφημισμένος γνωστός περίοπτος περίβλεπτος διαπρεπής πολυδιαφημισμένος δημοφιλής πασίγνωστος ξακουστός ονομαστός προκεχωρημένος προτεταμένος κορυφαίος επίλεκτος εκτεθειμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα προβεβλημένο επιστήμονα, με συχνές παρεμβάσεις στα μέσα ενημέρωσης.
  • Το νέο προϊόν τοποθετήθηκε στα πιο προβεβλημένα ράφια του σούπερ μάρκετ για να αυξηθούν οι πωλήσεις.
  • Οι στρατιώτες διατάχθηκαν να επανδρώσουν το πιο προβεβλημένο φυλάκιο της συνοριακής γραμμής.
  • Αν και ήταν προβεβλημένο στέλεχος του κόμματος, αποφάσισε να μην θέσει ξανά υποψηφιότητα.