πρωτοβάθμιος

επίθετο

1. Που ανήκει ή αναφέρεται στην πρώτη βαθμίδα της εκπαίδευσης (νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο).

2. Που αφορά τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας σε ένα δικαστικό σύστημα.

Συνώνυμα

στοιχειώδης βασικός αρχικός πρώτος πρωταρχικός πρωτογενής εισαγωγικός θεμελιώδης θεμέλιος θεμελιακός προπαρασκευαστικός προκαταρκτικός κατώτερος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση περιλαμβάνει το νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο.
  • Η υπόθεση εξετάστηκε αρχικά από πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
  • Οι εργαζόμενοι αποφάσισαν απεργία μέσα από το πρωτοβάθμιο σωματείο τους.
  • Η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση αποτελούν θεμέλιο της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.