δευτεροβάθμιος

επίθετο

1. Που ανήκει ή αναφέρεται στη μέση εκπαίδευση (γυμνάσιο και λύκειο).

2. Που ανήκει ή λειτουργεί στον δεύτερο βαθμό μιας διοικητικής, δικαστικής ή ιεραρχικής κλίμακας (όπως το εφετείο ή ειδικές επιτροπές επανεξέτασης).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση περιλαμβάνει τη φοίτηση στο γυμνάσιο και στο λύκειο.
  • Η υπόθεση εκδικάστηκε σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την έφεση που κατέθεσε ο συνήγορος.
  • Ο ασθενής διακομίστηκε σε δευτεροβάθμιο νοσοκομείο για περαιτέρω εξετάσεις και νοσηλεία.
  • Η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή εξέτασε εκ νέου το αίτημα χορήγησης αναρρωτικής άδειας.