συμπληρωματικός

επίθετο

1. Που προστίθεται σε κάτι για να καλύψει ελλείψεις, να το ολοκληρώσει ή να προσφέρει επιπλέον στοιχεία.

2. Που λειτουργεί υποστηρικτικά ή επικουρικά προς κάτι κύριο.

Συνώνυμα

πρόσθετος επιπρόσθετος πληρωματικός επικουρικός βοηθητικός ενισχυτικός συνοδευτικός επιβοηθητικός υποστηρικτικός επαυξητικός εφεδρικός δευτερεύων παρεπόμενος παράπλευρος προσαρτηματικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χρειάζεται να προσκομίσετε ορισμένα συμπληρωματικά έγγραφα για να ολοκληρωθεί η αίτησή σας.
  • Το εισόδημα από τις μεταφράσεις λειτουργεί ως συμπληρωματικός πόρος για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
  • Στη γεωμετρία, δύο γωνίες ονομάζονται συμπληρωματικές όταν το άθροισμά τους ισούται με ενενήντα μοίρες.
  • Ο γιατρός ζήτησε συμπληρωματικές εξετάσεις αίματος για να διαπιστώσει τα ακριβή αίτια της κόπωσης.