αυτοτελής

επίθετο

1. Που αποτελεί ολοκληρωμένη και ανεξάρτητη ενότητα από μόνος του, χωρίς να χρειάζεται συμπλήρωση ή συνέχεια.

2. Που έχει δική του, αυθύπαρκτη υπόσταση και δεν εξαρτάται διοικητικά, νομικά ή λειτουργικά από άλλο σύνολο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς αποτελεί μια αυτοτελή ιστορία με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.
  • Το συγκεκριμένο τμήμα του υπουργείου λειτουργεί ως αυτοτελής διοικητική υπηρεσία.
  • Τα εισοδήματα από ακίνητη περιουσία φορολογούνται με αυτοτελή συντελεστή.
  • Η μελέτη αυτή δεν εντάχθηκε στον συλλογικό τόμο, αλλά κυκλοφόρησε ως αυτοτελές σύγγραμμα.