αυτοτελής
επίθετο1. Που αποτελεί ολοκληρωμένη και ανεξάρτητη ενότητα από μόνος του, χωρίς να χρειάζεται συμπλήρωση ή συνέχεια.
2. Που έχει δική του, αυθύπαρκτη υπόσταση και δεν εξαρτάται διοικητικά, νομικά ή λειτουργικά από άλλο σύνολο.
Συνώνυμα
ανεξάρτητος αυτόνομος αυθύπαρκτος ολοκληρωμένος πλήρης αυτεξούσιος αυτοδύναμος αυτάρκης διακριτός ξεχωριστός αυτόφωτος ακέραιος μεμονωμένος ανένταχτος ασύνδετος
Αντώνυμα
εξαρτημένος ετερόνομος εξαρτώμενος συμπληρωματικός ετερόφωτος υποτελής ατελής ημιτελής ελλιπής συνδεδεμένος υποταγμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς αποτελεί μια αυτοτελή ιστορία με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.
- Το συγκεκριμένο τμήμα του υπουργείου λειτουργεί ως αυτοτελής διοικητική υπηρεσία.
- Τα εισοδήματα από ακίνητη περιουσία φορολογούνται με αυτοτελή συντελεστή.
- Η μελέτη αυτή δεν εντάχθηκε στον συλλογικό τόμο, αλλά κυκλοφόρησε ως αυτοτελές σύγγραμμα.