πυγμή
ουσιαστικό1. Η σφιγμένη γροθιά του χεριού, καθώς και το αρχαίο αγώνισμα της πυγμαχίας.
2. Ψυχική δύναμη, σθένος και αποφασιστικότητα στην επιβολή της θέλησης ή στη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων.
Συνώνυμα
σθένος σθεναρότητα αποφασιστικότητα δυναμισμός στιβαρότητα γροθιά επιβολή τσαγανό νεύρο αυστηρότητα κότσια θάρρος ανδρεία πυγμαχία αδιαλλαξία
Αντώνυμα
ατολμία αδυναμία αναποφασιστικότητα υποχωρητικότητα ενδοτικότητα μαλθακότητα δειλία αβουλία χαλαρότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπουργός επέδειξε πολιτική πυγμή και δεν υπαναχώρησε μπροστά στις πιέσεις.
- Κυβέρνησε τον τόπο με σιδηρά πυγμή για σχεδόν δύο δεκαετίες.
- Χρειάζεται ιδιαίτερη πυγμή για να μπορέσει κανείς να επιβάλει την τάξη σε μια τέτοια κρίση.
- Στην αρχαία Ελλάδα, η πυγμή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές αγώνισμα στους Ολυμπιακούς Αγώνες.