τσαγανό
ουσιαστικόΧαρακτηριστικό ή ιδιότητα προσώπου που εκδηλώνεται ως σταθερή ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα στην αντιμετώπιση δυσκολιών, με διαρκή προσπάθεια και άρνηση παραίτησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δειλία ατολμία ηττοπάθεια φόβος δισταγμός παθητικότητα αδράνεια υποχωρητικότητα ντροπαλότητα απραξία φοβικότητα αναβλητικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχει πραγματικό τσαγανό και δεν τα παρατάει ποτέ.
- Η ομάδα έδειξε τσαγανό στο δεύτερο ημίχρονο και γύρισε το παιχνίδι.
- Ο παππούς μου, στα νιάτα του, είχε πολύ τσαγανό.
- Δώσε μου λίγο τσαγανό για να τελειώσω τη δουλειά.
- Μπήκε στην αγορά με τσαγανό και φρέσκιες ιδέες.