κουράγιο
ουσιαστικόΕσωτερική ψυχική δύναμη και αποφασιστικότητα που επιτρέπει σε ένα άτομο να αντιμετωπίζει φόβο, δοκιμασίες ή δυσκολίες, διατηρώντας ψυχραιμία και επιμονή.
Συνώνυμα
θάρρος ανδρεία γενναιότητα τολμηρότητα παλληκαριά παλικαριά σθένος κότσια ηρωισμός ενθάρρυνση ανδρειότητα τσαγανό παρηγοριά θράσος καρτερία ανδραγαθία ανδρία καρδιά ελπίδα υπομονή νεύρο αντοχή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην το βάζεις κάτω, κουράγιο!
- Χρειάζεται πολύ κουράγιο για να αλλάξεις ζωή.
- Πάρε κουράγιο και πες του την αλήθεια.
- Σου εύχομαι κουράγιο αυτές τις δύσκολες μέρες.
- Έχει πολύ κουράγιο και δεν το βάζει κάτω.