σάπισμα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή διαδικασία κατά την οποία οργανικές ουσίες (π.χ. ξύλο, τρόφιμα, φυτικά ή ζωικά μέρη) διασπώνται υπό τη δράση μικροοργανισμών, ενζύμων ή χημικών αντιδράσεων, με αποτέλεσμα να μαλακώνουν, να αλλάζουν χρώμα και οσμή και να χάνουν την αρχική δομική τους συνοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σάπισμα του ξύλου προχώρησε γρήγορα λόγω της υγρασίας.
  • Μύριζε έντονα σάπισμα μέσα στο υπόγειο.
  • Το σάπισμα των φρούτων τα έκανε ακατάλληλα για κατανάλωση.
  • Μετά από τόσες μέρες στη βροχή, το ξύλο έδειχνε σημάδια σαπίσματος.
  • Η εγκατάλειψη του κτιρίου οδήγησε σε σάπισμα και φθορά των υλικών.