σεβαστικός

επίθετο

1. Αυτός που δείχνει ή εκφράζει σεβασμό, εκτίμηση και ευπρέπεια απέναντι στους άλλους, ιδίως προς τους μεγαλύτερους ή ανωτέρους.

2. Που διακρίνεται από διακριτικότητα, συστολή ή ευλάβεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν πάντα ένας σεβαστικός νέος, που άκουγε με προσοχή τις συμβουλές των γεροντότερων.
  • Απευθύνθηκε στο δικαστήριο με σεβαστικό και ιδιαίτερα προσεγμένο τόνο.
  • Η σεβαστική της στάση απέναντι στα έθιμα του χωριού κέρδισε αμέσως τη συμπάθεια όλων.
  • Κράτησαν μια σεβαστική σιγή καθ' όλη τη διάρκεια της επιμνημόσυνης δέησης.