στοκ
ουσιαστικό1. Ποσότητα εμπορευμάτων, υλικών ή αγαθών που διατηρείται αποθηκευμένη για μελλοντική χρήση, κατανάλωση ή πώληση.
2. Αδιάθετο, πλεονάζον ή παλαιότερων σειρών εμπόρευμα που διατίθεται στην αγορά συνήθως σε μειωμένη τιμή.
Συνώνυμα
απόθεμα αποθεματικό αποθήκευμα αδιάθετο απούλητο προμήθεια προμήθειες πλεόνασμα περίσσευμα υπόλοιπο εμπόρευμα παρακαταθήκη ρετάλι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εξαντλήθηκε το στοκ του νέου μοντέλου μέσα σε λίγες ώρες από την κυκλοφορία του.
- Αγόρασε επώνυμα ρούχα σε πολύ χαμηλές τιμές από ένα κατάστημα στοκ.
- Η επιχείρηση διατηρεί επαρκές στοκ πρώτων υλών για να καλύψει πιθανές καθυστερήσεις στις παραδόσεις.
- Έβαλαν μεγάλες προσφορές για να ξεπουλήσουν το παλιό στοκ πριν έρθει η καινούργια παραλαβή.