συνειδητοποίηση
ουσιαστικό1. Η νοητική διεργασία ή το αποτέλεσμα της απόκτησης βαθιάς επίγνωσης, κατανόησης και αποδοχής μιας πραγματικότητας, ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης.
2. Η απόκτηση κοινωνικής, πολιτικής ή ηθικής εγρήγορσης και υπευθυνότητας απέναντι σε ένα ζήτημα.
Συνώνυμα
επίγνωση συναίσθηση αντίληψη κατανόηση διαπίστωση αναγνώριση αφύπνιση εγρήγορση επαγρύπνηση εμβάθυνση φώτιση πολιτικοποίηση ξεστράβωμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνειδητοποίηση των λαθών του ήταν το πρώτο βήμα για να αλλάξει στάση ζωής.
- Χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να επέλθει η πλήρης συνειδητοποίηση του μεγέθους της καταστροφής.
- Πρωταρχικός στόχος του σχολείου παραμένει η οικολογική συνειδητοποίηση των νέων γενεών.
- Με τη συνειδητοποίηση των δικαιωμάτων τους, οι εργαζόμενοι αποφάσισαν να διεκδικήσουν καλύτερους όρους εργασίας.