φώτιση

ουσιαστικό

1. Πνευματική διαύγεια, βαθιά ενόραση ή ξαφνική έλλαμψη και συνειδητοποίηση μιας ανώτερης αλήθειας.

2. Ενέργεια της θείας χάρης που φωτίζει και καθοδηγεί τον νου και την ψυχή.

Συνώνυμα

έλλαμψη επιφοίτηση διαφώτιση φωτισμός ενόραση έμπνευση αφύπνιση διορατικότητα επίγνωση διαύγεια συνειδητοποίηση αποκάλυψη θεοπτία μύηση ξύπνημα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Προσευχήθηκε με κατάνυξη να του δώσει ο Θεός φώτιση πριν πάρει αυτή την κρίσιμη απόφαση.
  • Μετά από χρόνια διαλογισμού και αυστηρής πειθαρχίας, πίστευε πως είχε αγγίξει την πνευματική φώτιση.
  • Εκείνη τη δύσκολη στιγμή είχε μια ξαφνική φώτιση που έδωσε απάντηση σε όλα του τα ερωτήματα.
  • Το σχολείο πρέπει να αποβλέπει στην ουσιαστική φώτιση των νέων και όχι στην απλή συσσώρευση πληροφοριών.