συντριπτικά
επίρρημα1. Με τρόπο που επιφέρει ολοκληρωτική καταστροφή, ισοπέδωση ή εκμηδένιση.
2. Σε τεράστιο βαθμό ή με αδιαμφισβήτητη, απόλυτη υπεροχή (ιδίως για πλειοψηφία, νίκη ή δυσαναλογία).
3. Με τρόπο που προκαλεί βαθύτατη ψυχική οδύνη, κατάρρευση ή απόγνωση.
Συνώνυμα
ισοπεδωτικά σαρωτικά εκμηδενιστικά ολοκληρωτικά καταλυτικά καταστροφικά ακαταμάχητα διαλυτικά απόλυτα παταγωδώς ολέθρια καταθλιπτικά ανεπανόρθωτα καταιγιστικά αλύπητα ασφυκτικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε με συντριπτικά μεγάλη πλειοψηφία από το κοινοβούλιο.
- Η τοπική ομάδα επικράτησε συντριπτικά της αντιπάλου της με σκορ έξι μηδέν.
- Τα δυσάρεστα νέα επηρέασαν συντριπτικά την ψυχολογία όλων των συγγενών.
- Τα επιστημονικά ευρήματα συνηγορούν συντριπτικά υπέρ της συγκεκριμένης θεωρίας.