τίμιος
επίθετο1. Που ενεργεί ή συμπεριφέρεται με ακεραιότητα, ειλικρίνεια και σεβασμό προς τις ηθικές αρχές, αποφεύγοντας την απάτη και την εκμετάλλευση.
2. Που είναι αξιοπρεπής και αξίζει σεβασμό λόγω της στάσης, των πράξεων ή του χαρακτήρα του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς μας ήταν πάντα τίμιος άνθρωπος.
- Η μητέρα του κρατούσε μια τίμια στάση απέναντι στα προβλήματα.
- Πλήρωσα ένα τίμιο αντίτιμο για την επισκευή.
- Οι τίμιοι συμπολίτες του τον εκτιμούσαν για την ειλικρίνειά του.
- Οι τίμιες προθέσεις της ομάδας έγιναν φανερές στο έργο.
- Τα τίμια αγαθά μοιράστηκαν σε όσους τα χρειάζονταν.