αμέμπτος
επίθετοΠου δεν του καταλογίζεται σφάλμα ή παράπτωμα και δεν παρουσιάζει ελαττώματα ή κηλίδες στη συμπεριφορά, στον χαρακτήρα ή στην απόδοση.
Συνώνυμα
άψογος ανέγκλητος αψεγάδιαστος άσπιλος αθώος αμόλυντος αδιάβλητος ακέραιος έντιμος τίμιος καθαρός άκακος αγνός αλάθητος υπόδειγματικός τέλειος απρόσβλητος
Αντώνυμα
ένοχος επιλήψιμος ελαττωματικός ατελής διαβλητός ύποπτος αναξιόπιστος υπόλογος σφαλμένος κατηγορούμενος διασυρμένος ακάθαρτος αμαρτωλός άσεμνος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής είναι αμέμπτος στο έργο του.
- Η υπάλληλος διατηρεί πάντα αμέμπτη συμπεριφορά απέναντι στους πελάτες.
- Το ιστορικό του είναι αμέμπτο, χωρίς καμία παράβαση.
- Οι πράξεις τους κρίθηκαν αμέμπτες από την επιτροπή δεοντολογίας.
- Η δημόσια εικόνα της παρέμεινε αμέμπτη παρά τις φήμες.