τακτικότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα του να συμβαίνει ή να επαναλαμβάνεται κάτι σε σταθερά χρονικά διαστήματα ή με σταθερό ρυθμό.
2. Η τήρηση της τάξης και της οργάνωσης σε έναν χώρο ή σε μια κατάσταση· ευταξία, νοικοκυροσύνη.
Συνώνυμα
κανονικότητα περιοδικότητα συστηματικότητα συνέπεια ευταξία νοικοκυροσύνη ρυθμικότητα μεθοδικότητα σταθερότητα τάξη ακρίβεια επιμέλεια ευρυθμία πειθαρχία οργάνωση ευσυνειδησία τυπικότητα συχνότητα
Αντώνυμα
ακαταστασία αταξία ασυνέπεια αστάθεια ανοργανωσιά προχειρότητα αμέλεια απειθαρχία τυχαιότητα χάος αραιότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τακτικότητα με την οποία γυμνάζεται έχει βελτιώσει σημαντικά τη φυσική του κατάσταση.
- Χάρη στην υποδειγματική τακτικότητα της γραμματέως, όλα τα έγγραφα βρίσκονταν αμέσως.
- Η επιτυχία της θεραπείας εξαρτάται από την τακτικότητα στη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής.
- Διακρίνεται για την τακτικότητά του στην εξόφληση των λογαριασμών και των οφειλών του.