τυπικότητα
ουσιαστικό1. Η αυστηρή ή σχολαστική προσκόλληση στους καθιερωμένους κανόνες, στις συμβάσεις και στους εξωτερικούς τύπους μιας διαδικασίας.
2. Η έλλειψη οικειότητας, εγκαρδιότητας ή αυθορμητισμού στη συμπεριφορά και στις κοινωνικές σχέσεις.
Συνώνυμα
τυπολατρία φορμαλισμός αντιπροσωπευτικότητα χαρακτηριστικότητα συμβατικότητα εθιμοτυπία σχολαστικότητα ψυχρότητα επιφυλακτικότητα παραδειγματικότητα αποστασιοποίηση ακαμψία γραφειοκρατία κανονικότητα νομοτυπία
Αντώνυμα
ατυπία ανεπισημότητα αυθορμητισμός οικειότητα εγκαρδιότητα απλότητα χαλαρότητα ευελιξία ιδιαιτερότητα ιδιομορφία ανορθοδοξία
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνάντηση κύλησε με υπερβολική τυπικότητα, χωρίς ίχνος αυθορμητισμού ανάμεσα στους δύο ομιλητές.
- Η υπογραφή των συμβολαίων ήταν πλέον μια απλή τυπικότητα, καθώς όλα είχαν προσυμφωνηθεί.
- Τον διακρίνει μια αυστηρή τυπικότητα στη δουλειά του, αφού ακολουθεί πιστά κάθε πρωτόκολλο.
- Η τυπικότητα των συμπτωμάτων βοήθησε τον γιατρό να καταλήξει γρήγορα στη σωστή διάγνωση.