τεχνάσμα
ουσιαστικό1. Εφεύρεση ή ενέργεια επιτηδευμένης φύσης που αποσκοπεί στην παραπλάνηση ή στην επίτευξη πλεονεκτήματος με ευρηματικό αλλά συχνά απατηλό τρόπο.
Συνώνυμα
τέχνασμα κόλπο τρικ ελιγμός μανούβρα μπλόφα παραπλάνηση απάτη δόλος δολοπλοκία χειραγώγηση κατεργαριά φάρσα τακτική πονηριά παγίδα δόλωμα εφευρημα πατέντα τεχνική παιχνίδι δικαιολογία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τεχνάσμα του απατεώνα ήταν τόσο πειστικό που όλοι τον πίστεψαν.
- Ο μάγος αποκάλυψε το τεχνάσμα και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
- Χρησιμοποίησαν ένα μικρό τεχνάσμα στη μηχανή για να βελτιώσουν την απόδοση.
- Στην πολιτική, κάθε τεχνάσμα για την αποφυγή δύσκολων ερωτήσεων θεωρείται ύποπτο.
- Το τεχνάσμα στην αφήγηση έκανε την ιστορία πιο αναπάντεχη αλλά και πιο ρεαλιστική.