χειραγώγηση

ουσιαστικό

1. Προσπάθεια άσκησης ελέγχου, επηρεασμού ή κατεύθυνσης της σκέψης, των συναισθημάτων ή της συμπεριφοράς ενός ατόμου ή ομάδας με δόλια, παραπλανητικά ή υπόγεια μέσα, με σκοπό το ίδιον όφελος.

Συνώνυμα

ποδηγέτηση μανιπουλάρισμα ποδηγεσία κηδεμόνευση επηρεασμός καθοδήγηση κατεύθυνση εκμετάλλευση παραπλάνηση εξαπάτηση καπέλωμα έλεγχος υποβολή κηδεμονία διαστρέβλωση παραποίηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συναισθηματική χειραγώγηση σε μια διαπροσωπική σχέση μπορεί να προκαλέσει σοβαρά ψυχολογικά τραύματα.
  • Οι ρυθμιστικές αρχές ερευνούν καταγγελίες για συστηματική χειραγώγηση των τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο.
  • Τα μέσα ενημέρωσης επικρίθηκαν για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης πριν από τις εκλογές.
  • Αρνήθηκε να υποκύψει στη χειραγώγηση των ανωτέρων του και υπέβαλε την παραίτησή του.