τρελαμένος
επίθετο1. Αυτός που έχει χάσει τα λογικά του, που έχει περιέλθει σε κατάσταση παράνοιας ή έντονης ψυχικής διαταραχής.
2. Αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση ακραίου εκνευρισμού, οργής ή μεγάλης αναστάτωσης και σύγχυσης.
Συνώνυμα
παλαβωμένος αποτρελαμένος φρενιασμένος τρελός αλλόφρων έξαλλος μανιασμένος παράφρων εξαγριωμένος ξεμυαλισμένος παθιασμένος παλαβός φρενοβλαβής αλαφιασμένος αλλοπαρμένος πωρωμένος καψούρης ενθουσιασμένος ασυγκράτητος σαλός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Γύρισε στο σπίτι εντελώς τρελαμένος από τα νεύρα με όσα έγιναν στη δουλειά.
- Είναι τόσο τρελαμένη μαζί του που δεν βλέπει κανένα από τα ελαττώματά του.
- Έτρεχε σαν τρελαμένος μέσα στη βροχή για να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο.
- Οι τρελαμένοι οπαδοί πανηγύριζαν έξαλλα στους δρόμους την κατάκτηση του κυπέλλου.